διαψεύδω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαψεύδω < ελληνιστική κοινή διαψεύδω < αρχαία ελληνική διαψεύδομαι ή διά και ψεύδω

Open book 01.svg Ρήμα[]

διαψεύδω (μεσοπαθητικό: διαψεύδομαι)

  1. δηλώνω με λόγια ή πράξεις ότι κάτι δεν είναι αληθινό, παρουσιάζω την δική μου εκδοχή για την αλήθεια
    Πάμε στο δικαστήριο και θα σε διαψεύσω με στοιχεία
    Ο υπουργός Οικονομικών διέψευσε το άρθρο που τον έφερε να δηλώνει νέα μέτρα για τις συντάξεις
  2. αποδεικνύω με λόγια ή πράξεις ότι μια προσδοκία δεν είναι δυνατόν να επαληθευτεί, υλοποιηθεί, πραγματοποιηθεί, προδίδω, απογοητεύω
    Η χρηματοκεντρική διαχείριση διέψευσε τις ελπίδες μας για έξοδο από την κρίση
    Νόμιζα ότι ήσουν ξεχωριστό και τίμιο παιδί, αλλά με διέψευσες
  3. (μεσοπαθητικό) με βγάζουν ψεύτη, κάτι το παρουσιάζουν ως ψευδές
    Ο υπουργός Οικονομικών διαψεύσθηκε από τον πρωθυπουργό
    Διαψεύσθηκε αργά χτες το βράδυ η είδηση ότι νοσηλευόταν βαριά άρρωστος ο...
  4. (μεσοπαθητικό) προδίδονται οι ελπίδες ή οι προσδοκίες μου. άλλοι δείχνουν ότι κάτι που υποσχέθηκα δεν ήταν αληθινό ή δεν μπορούσε να υλοποιηθεί
    Νόμιζα ότι η αγάπη μας θα άντεχε για πάντα, αλλά τελικά διαψεύσθηκα


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαψεύδω < αρχαία ελληνική διαψεύδομαι ή διά και ψεύδω

Open book 01.svg Ρήμα[]

διαψεύδω ( μέσο και παθητικό διαψεύδομαι)

  1. εξαπατώ
    πολὺ γὰρ μᾶλλον εὐνοίας καὶ φιλανθρωπίας τὰ παρόντα πράγματα δεῖται ἢ ταραχῆς καὶ δυσμενείας, ὧν ὑπερβολῇ χρώμενοί τινες ἐργολαβοῦσι καθ᾽ ὑμῶν εἰς ὑποδοχὴν πραγμάτων, ὧν διαψεύσειεν αὐτοὺς ὁ λογισμός (: η παρούσα κατάσταση απαιτεί καλή πρόθεση και πραότητα παρά κακή πρόθεση και αναταραχή, στοιχεία που για δικό τους όφελος χρησιμοποιούν υπερβολικά ορισμένοι εναντίον σας, και των οποιων οι υπολογισμοί ελπίζω να μη βγουν αληθινοί -Δημοσθένης)
  2. (μέσο και παθητικό) διαψεύδομαι, κάνω λάθος, πέφτω έξω
    οἱ δὲ μὴ εἰδότες, ἀλλὰ διεψευσμένοι τῆς ἑαυτῶν δυνάμεως, πρός τε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ τἆλλα ἀνθρώπινα πράγματα ὁμοίως διάκεινται (: εκείνοι που δεν ξέρουν και που δεν εκτιμουν σωστά τις δυνάμεις τους, έχουν την ίδια στάση και προς τους άλλους ανθρώπους και προς τά άλλα ζητήματα της κοινωνίας -Ξενοφώντας)
  3. (παθητικό) προδίδομαι, εξαπατώμαι

δείτε τη λέξη: ψεύδω