εντάξει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εντάξει < αρχαία ελληνική ἐν τάξει

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛn.ˈda.ksi/
audio 

Open book 01.svg Επίρρημα[]

εντάξει

  1. (χαρακτηρισμός) στην πρέπουσα ή τη σωστή κατάσταση
    τακτοποίησα τα πράγματά μου και τώρα όλα είναι εντάξει
  2. (σε διάλογο) δηλώνοντας την αλλαγή θέματος ή την αναφορά σε κάτι άλλο
  3. (ως απάντηση) ωραία, καλά, σύμφωνοι
    - Θα συναντηθούμε στις 8;
    - Εντάξει.
  4. τέλος, φτάνει, καλώς
  5. (για πρόσωπο, επιθετικά) με τίμια και καλή συμπεριφορά, όπως αρμόζει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σωστός, ξηγημένος
    ο Πέτρος είναι πολύ εντάξει παιδί

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[]

εντάξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εντάσσω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
  3. θα εντάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντάσσω