εξάγω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- εξάγω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
εξάγω, παρατ.: εξήγα, στιγμ. μέλλ.: θα εξαγάγω, αόρ.: εξήγαγα , παθ.φωνή: εξάγομαι
- βγάζω έξω από τη χώρα (προϊόντα ή κάτι άλλο)
- η επιχείρηση αυτή ασχολείται με εισαγωγές- εξαγωγές
- εξαγωγή επιστημόνων από τις χώρες της περιφέρειας στις χώρες της μητρόπολης
- βγάζω, καταλήγω σε ένα αποτέλεσμα με λογικούς συλλογισμούς ή μαθηματικές πράξεις
[
]
Μεταφράσεις
εξάγω