|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
επιχειρήσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
επιχειρώντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
επιχειρώ |
επιχειρείς |
επιχειρεί |
επιχειρούμε |
επιχειρείτε |
επιχειρούν |
| παρατατικός |
επιχειρούσα |
επιχειρούσες |
επιχειρούσε |
επιχειρούσαμε |
επιχειρούσατε |
επιχειρούσαν |
| αόριστος |
επιχείρησα |
επιχείρησες |
επιχείρησε |
επιχειρήσαμε |
επιχειρήσατε |
επιχείρησαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα επιχειρώ |
θα επιχειρείς |
θα επιχειρεί |
θα επιχειρούμε |
θα επιχειρείτε |
θα επιχειρούν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα επιχειρήσω |
θα επιχειρήσεις |
θα επιχειρήσει |
θα επιχειρήσουμε |
θα επιχειρήσετε |
θα επιχειρήσουν |
| παρακείμενος α' |
έχω επιχειρήσει |
έχεις επιχειρήσει |
έχει επιχειρήσει |
έχουμε επιχειρήσει |
έχετε επιχειρήσει |
έχουν επιχειρήσει |
| παρακείμενος β' |
έχω επιχειρημένο |
έχεις επιχειρημένο |
έχει επιχειρημένο |
έχουμε επιχειρημένο |
έχετε επιχειρημένο |
έχουν επιχειρημένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα επιχειρήσει |
είχες επιχειρήσει |
είχε επιχειρήσει |
είχαμε επιχειρήσει |
είχατε επιχειρήσει |
είχαν επιχειρήσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα επιχειρημένο |
είχες επιχειρημένο |
είχε επιχειρημένο |
είχαμε επιχειρημένο |
είχατε επιχειρημένο |
είχαν επιχειρημένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω επιχειρήσει |
θα έχεις επιχειρήσει |
θα έχει επιχειρήσει |
θα έχουμε επιχειρήσει |
θα έχετε επιχειρήσει |
θα έχουν επιχειρήσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω επιχειρημένο |
θα έχεις επιχειρημένο |
θα έχει επιχειρημένο |
θα έχουμε επιχειρημένο |
θα έχετε επιχειρημένο |
θα έχουν επιχειρημένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να επιχειρώ |
να επιχειρείς |
να επιχειρεί |
να επιχειρούμε |
να επιχειρείτε |
να επιχειρούν |
| αόριστος |
να επιχειρήσω |
να επιχειρήσεις |
να επιχειρήσει |
να επιχειρήσουμε |
να επιχειρήσετε |
να επιχειρήσουν |
| παρακείμενος α' |
να έχω επιχειρήσει |
να έχεις επιχειρήσει |
να έχει επιχειρήσει |
να έχουμε επιχειρήσει |
να έχετε επιχειρήσει |
να έχουν επιχειρήσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω επιχειρημένο |
να έχεις επιχειρημένο |
να έχει επιχειρημένο |
να έχουμε επιχειρημένο |
να έχετε επιχειρημένο |
να έχουν επιχειρημένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
επιχείρει |
|
|
επιχειρείτε |
|
| αόριστος |
|
επιχείρησε |
|
|
επιχειρήστε |
|
|