ησυχάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ησυχάζω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
ησυχάζω
- (μεταβατικό) φέρνω κάποιον σε κατάσταση ηρεμίας, ενεργώ ώστε να πάψει να είναι ανήσυχος ή να θορυβεί
- (μεταβατικό) φέρνω κάποιον σε κατάσταση ηρεμίας, ενεργώ ώστε να πάψει να ανησυχεί για κάτι
- (αμετάβατο) έρχομαι σε κατάσταση ηρεμίας, παύω να θορυβώ ή να είμαι ανήσυχος
[
]
Μεταφράσεις
ησυχάζω