καταθέτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καταθέτω < αρχαία ελληνική κατατίθημι

Open book 01.svg Ρήμα[]

καταθέτω

  1. (γενικότερα) τοποθετώ κάποιο αντικείμενο σε μνημείο σαν ένδειξη θαυμασμού ή εκτίμησης
  2. (οικονομία) τοποθετώ χρήματα σε λογαριασμό
  3. (νομικός όρος) δίνω κάποια μαρτυρία ή έντυπο σε δικαστική ή άλλη αρχή
    κατέθεσε την παραίτησή του
    πήγε στο δικαστήριο για να καταθέσει υπέρ του κατηγορούμενου
    • (συνεκδοχικά) δίνω ή υποβάλω σε κάποια δημόσια ή άλλη αρχή κάποιο έντυπο ή άλλο αντικείμενο που μου έχει δοθεί ή εντολή που μου έχει ανατεθεί, χάνοντας έτσι το αντίστοιχο δικαίωμα χρήσης του
    κατέθεσαν τα σήματά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας
    μετά από τα τελευταία γεγονότα ο Πρωθυπουργός κατέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]