καταθέτω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- καταθέτω < αρχαία ελληνική κατατίθημι
[
]
Ρήμα
καταθέτω
- (γενικότερα) τοποθετώ κάποιο αντικείμενο σε μνημείο σαν ένδειξη θαυμασμού ή εκτίμησης
- (οικονομία) τοποθετώ χρήματα σε λογαριασμό
- (νομικός όρος) δίνω κάποια μαρτυρία ή έντυπο σε δικαστική ή άλλη αρχή
- κατέθεσε την παραίτησή του
- πήγε στο δικαστήριο για να καταθέσει υπέρ του κατηγορούμενου
- (συνεκδοχικά) δίνω ή υποβάλω σε κάποια δημόσια ή άλλη αρχή κάποιο έντυπο ή άλλο αντικείμενο που μου έχει δοθεί ή εντολή που μου έχει ανατεθεί, χάνοντας έτσι το αντίστοιχο δικαίωμα χρήσης του
- κατέθεσαν τα σήματά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας
- μετά από τα τελευταία γεγονότα ο Πρωθυπουργός κατέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης