κατουρώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κατουρώ < αρχαία ελληνική κατουρῶ < (κατά + οὐρῶ)
[
]
Ρήμα
κατουρώ και κατουράω , παρατ.: κατουρούσα, στιγμ. μέλλ.: θα κατουρήσω, αόρ.: κατούρησα , παθ.φωνή: κατουριέμαι , μτχ.π.π.: κατουρημένος
- ουρώ, αποβάλλω τα ούρα από το αντίστοιχο όργανο
- (μεταφορικά) περιφρονώ τελείως, δεν δίνω σημασία
[
] Εκφράσεις
- κατουράω στο (σε) πηγάδι