κατουρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κατουρώ < αρχαία ελληνική κατουρῶ < (κατά + οὐρῶ)

[] Open book 01.svg Ρήμα

κατουρώ και κατουράω , παρατ.: κατουρούσα, στιγμ. μέλλ.: θα κατουρήσω, αόρ.: κατούρησα , παθ.φωνή: κατουριέμαι , μτχ.π.π.: κατουρημένος

  1. ουρώ, αποβάλλω τα ούρα από το αντίστοιχο όργανο
  2. (μεταφορικά) περιφρονώ τελείως, δεν δίνω σημασία

[] Εκφράσεις

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες