κουρνιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κουρνιάζω < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ρήμα

κουρνιάζω

  1. (για πουλιά) μαζεύομαι γύρω από τον εαυτό μου, σε κάποιο σημείο, για να κοιμηθώ
    το βράδυ, το αρσενικό κουρνιάζει σε ένα κλαρί, έξω από τη φωλιά του, ενώ το θηλυκό μένει μέσα και συνεχίζει να κλώθει τα αβγά

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη