κουρνιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουρνιάζω < κούρνια + -άζω < παλαιοσλαβική kurnija (δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το ουσιαστικό κουρνιαχτός)

Open book 01.svg Ρήμα[]

κουρνιάζω

  1. (για πουλιά) μαζεύομαι γύρω από τον εαυτό μου, σε κάποιο σημείο, για να κοιμηθώ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κουκουβίζω, φωλιάζω
    το βράδυ, το αρσενικό κουρνιάζει σε ένα κλαρί, έξω από τη φωλιά του, ενώ το θηλυκό μένει μέσα και συνεχίζει να κλώθει τα αβγά
  2. αποτραβιέμαι κάπου ήσυχα (για να κοιμηθώ), απομονώνομαι (για να ησυχάσω)
    Σταλιά σταλιά κι αχόρταγα τα πίνω τα φιλιά σου, / κουρνιάζω σαν αδύνατο πουλί στην αγκαλιά σου. (Από τραγούδι του Γιώργου Ζαμπέτα σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]