κυβερνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κυβερνώ < αρχαία ελληνική κυβερνῶ (σημασιολογικό δάνειο από (γαλλικά) gouverner < λατινικά guberno < αρχαία ελληνική κυβερνῶ)

Open book 01.svg Ρήμα[]

κυβερνώ (παθητική φωνή: κυβερνιέμαι)

  1. έχω την εκτελεστική εξουσία σε μια κρατική οντότητα, τη διοικώ
  2. είμαι υπεύθυνος κι έχω τον έλεγχο ενός πλεούμενου
  3. (μεταφορικά) κατευθύνω, εξουσιάζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]