λαλώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λαλώ < αρχαία ελληνική λαλέω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα []

λαλώ

  1. μιλώ
  2. (για ζώο) κραυγάζω με χαρακτηριστική τρόπο
    χαράματα λάλησε ο κόκορας
  3. (ιδιωματισμός) αδυνατώ να κάνω οτιδήποτε
    έχω λαλήσει από την κούραση (είμαι εξοντωμένος)
  4. (ιδιωματισμός) τα χάνω, τρελαίνομαι
    μην τον ακούς, έχει λαλήσει ο άνθρωπος

Plume ombre.png Κλίση []


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []