λῆνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λῆνος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λῆνος αρσενικό

  1. το μαλλί (για πλέξιμο)