μαλλί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαλλί μαλλιά
γενική μαλλιού μαλλιών
αιτιατική μαλλί μαλλιά
κλητική μαλλί μαλλιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μαλλί < μεσαιωνική ελληνική μαλλίν < μαλλίον, υποκοριστικό τού αρχαία ελληνική μαλλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μαλλί ουδέτερο

  1. το πλούσιο τρίχωμα ορισμένων ζώων όπως του προβάτου
  2. φυσική ίνα από το τρίχωμα προβάτων που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ρούχων
  3. το σύνολο των τριχών του ανθρώπινου κεφαλιού (ισοδύναμο με τον πληθυντικό τα μαλλιά)
    αυτό το νέο σαμπουάν σού 'κανε ένα μαλλί ...

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]