τρίχωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρίχωμα τριχώματα
γενική τριχώματος τριχωμάτων
αιτιατική τρίχωμα τριχώματα
κλητική τρίχωμα τριχώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρίχωμα < τρίχα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρίχωμα ουδέτερο

  1. το σύνολο των τριχών από ορισμένα μέρη του σώματος (για ανθρώπους) ή από όλο το σώμα (για ζώα)


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]