μπαλαντέρ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- μπαλαντέρ < γαλλική baladeur (περιφερόμενος)
Ουσιαστικό
μπαλαντέρ ουδέτερο άκλιτο
- τραπουλόχαρτο που χρησιμοποιείται στη θέση οποιοδήποτε άλλου, έχοντας την ικανότητα να τα υποκαθιστά.