ξερνώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ξερνώ < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἐξερῶ
Ρήμα [
]
ξερνώ, παρατ.: ξερνούσα, στιγμ. μέλλ.: θα ξεράσω, αόρ.: ξέρασα , μτχ.π.π.: ξερασμένος
- (προφορικό ή λογοτεχνικό) κάνω εμετό
- (σε σχήμα υπερβολής) νιώθω αηδία ή έντονη ενόχληση από ένα γεγονός ή τη συμπεριφορά κάποιου
- είναι τέτοια η υποκρισία αυτού του ανθρώπου που μου 'ρχεται να ξεράσω
- (μεταφορικά) βγάζω, εκτινάσσω, ξεβράζω
- το ηφαίστειο ξερνούσε φωτιά και πυρωμένα χαλίκια
- τα καριοφίλια ξερνούσαν φωτιά και μολύβι
- για μέρες μετά το ναυάγιο η θάλασσα ξερνούσε πτώματα
- ομολογώ σε μια ανάκριση, δίνω ενοχοποιητικά στοιχεία για τον εαυτό μου και για άλλους