ξερνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξερνώ < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἐξερῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξερνώ, παρατ.: ξερνούσα, στιγμ. μέλλ.: θα ξεράσω, αόρ.: ξέρασα , μτχ.π.π.: ξερασμένος

  1. (προφορικό ή λογοτεχνικό) κάνω εμετό
  2. (σε σχήμα υπερβολής) νιώθω αηδία ή έντονη ενόχληση από ένα γεγονός ή τη συμπεριφορά κάποιου
    είναι τέτοια η υποκρισία αυτού του ανθρώπου που μου 'ρχεται να ξεράσω
  3. (μεταφορικά) βγάζω, εκτινάσσω, ξεβράζω
    το ηφαίστειο ξερνούσε φωτιά και πυρωμένα χαλίκια
    τα καριοφίλια ξερνούσαν φωτιά και μολύβι
    για μέρες μετά το ναυάγιο η θάλασσα ξερνούσε πτώματα
  4. ομολογώ σε μια ανάκριση, δίνω ενοχοποιητικά στοιχεία για τον εαυτό μου και για άλλους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]