ξεσαμαρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεσαμαρώνω < ξε + σαμαρώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

ξεσαμαρώνω (παθητική φωνή: ξεσαμαρώνομαι)

Συγγενικά[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]