πού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : που

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πού < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίρρημα[]

πού

  1. (τοπικό επίρρημα) σε ποιο μέρος; σε ποιον τόπο;
    Πού ήσουν και δε σε είδα;
  2. (τροπικό επίρρημα) πού να: πώς; με ποιον τρόπο; (δηλώνει δυσκολία ή αδυναμία να γίνει κάτι)
    Πού να το φανταζόμουν;
    Χτες έπεσα νωρίς αλλά πού να κοιμηθώ! (δεν μπορούσα να κοιμηθώ)
    έχω κάτι δουλειές στο κέντρο, αλλά πού να τρέχω τώρα...

Εκφράσεις[]

  • πού και πού : σπάνια
  • από πού κι ως πού; : πώς είναι δυνατόν;

32πχ Μεταφράσεις[]