σκαρφαλώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκαρφαλώνω < σκαλώνω + καρφώνω

Open book 01.svg Ρήμα []

σκαρφαλώνω, παρατ.: σκαρφάλωνα, στιγμ. μέλλ.: θα σκαρφαλώσω, αόρ.: σκαρφάλωσα , μτχ.π.π.: σκαρφαλωμένος

  1. ανεβαίνω σε μια επιφάνεια με μεγάλη κλίση (πχ σκάλα, πλαγιά βουνού, βράχο κλπ) χρησιμοποιώντας και τα χέρια μου για να πιαστώ

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []