στυλό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

στυλό / στυλογράφος
στυλό διαρκείας

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στυλό < γαλλική stylo < stylographe < λατινική stylus < αρχαία ελληνική στῦλος (αντιδάνειο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /sti.ˈlɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

στυλό ουδέτερο, άκλιτο

  1. κυλινδρικό σωληνοειδές εργαλείο που καταλήγει σε μια μυτερή άκρη, τροφοδοτούμενη από ένα σωλήνα με μελάνι στο εσωτερικό του, και χρησιμοποιείται στη γραφή ή και το σχέδιο. Λέγεται και στυλογράφος
    κρατάει σημειώσεις με στυλό
  2. στυλό διαρκείας: κάθε στυλό που η άκρη του περιέχει μια μικρή μπίλια, με την οποία το μελάνι μεταφέρεται στο χαρτί με συνεχή ροή

32πχ Μεταφράσεις []