στυλό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- στυλό < γαλλική stylo < stylographe < λατινική stylus < αρχαία ελληνική στῦλος (αντιδάνειο)
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
στυλό ουδέτερο, άκλιτο
- κυλινδρικό σωληνοειδές εργαλείο που καταλήγει σε μια μυτερή άκρη, τροφοδοτούμενη από ένα σωλήνα με μελάνι στο εσωτερικό του, και χρησιμοποιείται στη γραφή ή και το σχέδιο. Λέγεται και στυλογράφος
- κρατάει σημειώσεις με στυλό
- στυλό διαρκείας: κάθε στυλό που η άκρη του περιέχει μια μικρή μπίλια, με την οποία το μελάνι μεταφέρεται στο χαρτί με συνεχή ροή
Μεταφράσεις [
]
στυλό