τρεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τρεις < αρχαία ελληνική τρεῖς

Open book 01.svg Επίθετο[]

τρεις αρσενικό ή θηλυκό, γενική: τριών (δεν έχει παραθετικά)

  1. το αρσενικό και θηλυκό γένος του αριθμητικού επιθέτου τρία
    τρεις φίλοι και οι τρεις γυναίκες τους ξεκίνησαν για ταξίδι
    είναι τριών χρόνων

Εκφράσεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]