υποδύομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- υποδύομαι < αρχαία ελληνική ὑποδύομαι, μέση φωνή του ὑποδύω < ὑπό + δύω· ο συσχετισμός του ρήματος με την υποκριτική μάλλον οφείλεται στο ότι ο υποκριτής κρύβει το πρόσωπό του κάτω από τη μάσκα και έτσι "βυθίζεται" κατά κάποιο τρόπο στον ρόλο του
[
]
Ρήμα
υποδύομαι, παρατ.: υποδυόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα υποδυθώ, αόρ.: υποδύθηκα , μτχ. ενεστ.: υποδυόμενος
- παίζω έναν ρόλο σε θεατρικό , κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο, παριστάνω ένα πρόσωπο
- προσποιούμαι ότι είμαι κάποιος
[
]
Μεταφράσεις
υποδύομαι