χειροκροτώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χειροκροτώ < χειρ- (< αρχαία ελληνική χείρ) + -ο- + κροτώ
[
]
Ρήμα
χειροκροτώ
- χτυπώ τις παλάμες των χεριών μου μεταξύ τους και προκαλώ θόρυβο με σκοπό να εκφράσω αποδοχή, επιδοκιμασία ή ενθουσιασμός για κάποιον ή κάτι
- οι θεατές χειροκρότησαν θερμά τους ηθοποιούς
- (συνεκδοχικά) εκδηλώνω αποδοχής, επιδοκιμασίας ή ενθουσιασμού