ενθουσιασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενθουσιασμός ενθουσιασμοί
γενική ενθουσιασμού ενθουσιασμών
αιτιατική ενθουσιασμό ενθουσιασμούς
κλητική ενθουσιασμέ ενθουσιασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ενθουσιασμός < αρχαία ελληνική ἐνθουσιασμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛn.θu.si.a.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενθουσιασμός αρσενικό όταν κάτι σου προκαλεί έκπληξη, χαρά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]