θεός
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- θεός < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
θεός αρσενικό
- [[:Πρότυπο:κατά τη θρησκευτική σκέψη, άναρχο και αιώνιο πνεύμα που δημιούργησε και κυβερνά τον κόσμο]]
[[:Πρότυπο:(μεταφορικά) ό,τι σεβόμαστε ή λατρεύουμε υπερβολικά]] [[:Πρότυπο:(φράση) απο μηχανής θεός (πρόσωπο που ανέλπιστα παρουσιάζεται και δίνει λύση σε δύσκολη κατάσταση)]]
- αγγλικά : god (en)
- γαλλικά : dieu (fr)
- ιαπωνικά : 神 (ja) (かみ)
- ισπανικά : dios (es)
- ιταλικά : dio (it)
| width=1% | |bgcolor="#f8f8f8" valign=top align=left width=48%|
|}