δημιουργός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δημιουργός δημιουργοί
γενική δημιουργού δημιουργών
αιτιατική δημιουργό δημιουργούς
κλητική δημιουργέ δημιουργοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δημιουργός < αρχαία ελληνική δημιουργός < δημιοεργός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δημιουργός αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που δημιουργεί, που παράγει κάτι από το μηδέν
  2. αυτός που φτιάχνει κάτι καινούριο, είτε επειδή θα είναι χρήσιμο είτε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας
  3. αυτός που ασχολείται δημιουργικά με κάτι καινούριο, συνήθως ασχολούμενος με μια από τις καλές τέχνες
  4. αυτός που γίνεται η αιτία να γίνει κάτι


32πχ Μεταφράσεις[]