δημιουργία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δημιουργία δημιουργίες
γενική δημιουργίας δημιουργιών
αιτιατική δημιουργία δημιουργίες
κλητική δημιουργία δημιουργίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημιουργία < αρχαία ελληνική δημιουργία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.mi.uɾ.ˈʝi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δημιουργία θηλυκό

  1. η ενέργεια του ρήματος δημιουργώ
    η δημιουργία ενός έργου τέχνης
  2. το αποτέλεσμα (παράγωγο, παραγόμενο) της πράξης (του ρήματος) δημιουργώ, το δημιούργημα
    αυτός ο οίκος μόδας παρουσίασε τις νέες του δημιουργίες


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]