λατρεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λατρεία λατρείες
γενική λατρείας λατρειών
αιτιατική λατρεία λατρείες
κλητική λατρεία λατρείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λατρεία < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /la.ˈtɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λατρεία θηλυκό

  1. το σύνολο των θρησκευτικών πρακτικών που συνδέονται με την απόδοση τιμής προς μια θεότητα
  2. η πολύ μεγάλη αγάπη
  3. το πρόσωπο που λατρεύουμε
    είσαι η αγάπη μου, είσαι η λατρεία μου, είσαι το φως μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]