θεά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θεά | θεές |
| γενική | θεάς | θεών |
| αιτιατική | θεά | θεές |
| κλητική | θεά | θεές |
Ετυμολογία [
]
- θεά < θηλυκό του θεός
Προφορά[
]
Ουσιαστικό [
]
θεά θηλυκό
- θηλυκή θεότητα
- πολύ όμορφη γυναίκα