ωχ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ωχ < ηχομιμητικά, από τον ήχο του αναστεναγμού
[
]
Επιφώνημα
ωχ και οχ
- χρησιμοποιείται για να δηλωθεί πόνος (σωματικός ή ψυχικός), στενοχώρια, δυσφορία κ.λπ.
- ωχ, το κεφάλι μου!