ἄφοβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ἄφοβος < ἀ- στερητικό + φόβος

Open book 01.svg Επίθετο[]

ἄφοβος, -ος, -ον

  1. που δεν φοβάται, ατρόμητος
  2. που δεν προξενεί φόβο