Apparat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Apparat (de) αρσενικό

  1. συσκευή

Εκφράσεις[]

  • X am Apparat: Χ στο τηλέφωνο
  • bleiben Sie am Apparat: περιμένετε στο ακουστικό σας
  • wer ist am Apparat?: ποιος μιλάει; ποιος είναι; (στο τηλέφωνο)