τηλέφωνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τηλέφωνο τηλέφωνα
γενική τηλεφώνου τηλεφώνων
αιτιατική τηλέφωνο τηλέφωνα
κλητική τηλέφωνο τηλέφωνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τηλέφωνο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική telephone + -ο < αρχαία ελληνική τηλε- + φωνή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τηλέφωνο ουδέτερο

  1. συσκευή, ασύρματη ή ενσύρματη, με την οποία μπορούμε να συνομιλούμε με κάποιον απομακρυσμένο συνομιλητή
  2. η εγκατάσταση μιας τηλεφωνικής συσκευής και η σύνδεσή της με το τηλεφωνικό δίκτυο που παρέχει τη δυνατότητα για τηλεφωνικές συνδιαλέξεις· η τηλεφωνική σύνδεση
    δεν πλήρωσα το λαγαριασμό και μου έκοψαν το τηλέφωνο
  3. ο αριθμός κλήσης ενός συνδρομητή μιας τηλεφωνικής εταιρείας
    πες μου το τηλέφωνό σου να το γράψω στην ατζέντα μου

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

    • σταθερό τηλέφωνο: η συσκευή και η τηλεφωνική σύνδεση που είναι ενσύρματα συνδεδεμένη σε τηλεφωνικό δίκτυο
    • κινητό τηλέφωνο: η συσκευή και η τηλεφωνική σύνδεση που είναι ασύρματα συνδεδεμένη σε κυψελωτό δίκτυο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]