Suppe
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ουσιαστικό
Suppe (de) θηλυκό
- η σούπα
- die Suppe ist heiß - η σούπα καίει / είναι πολύ ζεστή
Suppe (de) θηλυκό