alimony
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
alimony (en)
- (νομικός όρος) η διατροφή (που πληρώνει ο ένας από τους δύο συζύγους στον άλλο μετά το διαζύγιο)