allowable
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
Επίθετο
allowable (en)
- επιτρεπτός (κατάλληλος, ικανοποιητικός, αποδεκτός)
- επιτρεπτός, παραδεκτός (πιθανός ή έγκυρος)
- επιτρεπτός, που μπορεί να εξαχθεί ως συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψη κάτι
- επιτρεπτός, που επιτρέπεται από νόμους ή κανόνες
- (παρωχημένο) αξιέπαινος

