allowable

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Αγγλικά (en)

Επίθετο

allowable  (en)

  1. επιτρεπτός (κατάλληλος, ικανοποιητικός, αποδεκτός)
    συνώνυμα: appropriate, satisfactory, acceptable
  2. επιτρεπτός, παραδεκτός (πιθανός ή έγκυρος)
    συνώνυμα: admissible, valid, probable
  3. επιτρεπτός, που μπορεί να εξαχθεί ως συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψη κάτι
  4. επιτρεπτός, που επιτρέπεται από νόμους ή κανόνες
    συνώνυμα: permissible, tolerable, legitimate
  5. (παρωχημένο) αξιέπαινος
    συνώνυμα: praiseworthy

Συγγενικές λέξεις

Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/allowable"