awkward

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

awkward (en)

  • αδέξιος στις κινήσεις ή στη συμπεριφορά
    The penguin is awkward on land but an amazing swimmer in the water.
    Ο πιγκουίνος είναι αδέξιος στη ξηρά αλλά θαυμάσιος κολυμβητής στο νερό.
  • άβολος, αμήχανος
    Things were a bit awkward at the party when her ex-boyfriend showed up.
    Ήταν λίγο άβολα τα πράγματα στο πάρτι όταν εμφανίστηκε το πρώην αγόρι της.