bezrobocie
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Πολωνικά (pl)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˌbɛzrɔˈbɔʨ̑ɛ/
[
]
Ετυμολογία
bezrobocie (pl) < από τις λέξεις bez (pl) + robota (pl)
[
]
Ουσιαστικό
bezrobocie (pl) ουδέτερο
- η ανεργία