ανεργία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ανεργία | ανεργίες |
| γενική | ανεργίας | |
| αιτιατική | ανεργία | ανεργίες |
| κλητική | ανεργία | ανεργίες |
[
]
Ετυμολογία
- ανεργία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
ανεργία θηλυκό
- η κατάσταση του ανέργου, του ανθρώπου που επιθυμεί να εργαστεί αλλά δεν βρίσκει δουλειά
- επίδομα ανεργίας
- η κατάσταση κατά την οποία υπάρχουν περισσότερα άτομα που ψάχνουν απασχόληση από τις προσφερόμενες θέσεις εργασίας
- αναμένεται να αυξηθεί και φέτος το ποσοστό ανεργίας
[
]
Μεταφράσεις
ανεργία