brace

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

brace (en)

  1. στήριγμα για κάποιο σημείο του σώματος, νάρθηκας
    I have to wear a back brace for the next six months.
    Πρέπει να φορέσω νάρθηκα οσφύος για τους επόμενους έξι μήνες.
  2. μεταλλικό ή ξύλινο στέλεχος για την στήριξη ή σταθεροποίηση κατασκευής, στήριγμα
    The shelves have a brace in the back for stabilization.
    Τα ράφια έχουν στήριγμα από πίσω για στερέωση.
  3. άγκιστρο, το σύμβολο {
  4. (στον πληθυντικό) βλέπε braces

Open book 01.svg Ρήμα[]

brace (en)

  1. προετοιμάζομαι για κάτι που αναμένεται να με ταράξει
  2. στηρίζω κάτι για να σταθεροποιηθεί