clamour
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
clamour (en) (ΗΒ) και clamor (ΗΠΑ)
- κραυγές από πλήθος που απαιτεί ή αποδοκιμάζει
- η απαίτηση
- η αποδοκιμασία, η κατακραυγή
- βοή, συνεχόμενος θόρυβος