condescending
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
condescending (en)
- που χαρακτηρίζεται από υπεροψία και διάθεση χειραγώγησης, υπεροπτικός, συγκαταβατικός
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Ρηματικός τύπος
condescending (en)
- γερούνδιο του ρήματος condescend