γερούνδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γερούνδιο γερούνδια
γενική γερουνδίου γερουνδίων
αιτιατική γερούνδιο γερούνδια
κλητική γερούνδιο γερούνδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γερούνδιο < καθαρεύουσα γερούνδιον < λατινική gerundium

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γερούνδιο ουδέτερο

  1. (γραμματική) στη λατινική γραμματική, ρηματικό ουσιαστικό, αντίστοιχο στη λειτουργία του με το έναρθρο απαρέμφατο της αρχαίας ελληνικής
  2. στην αγγλική γραμματική, το ρηματικό ουσιαστικό που λήγει σε -ing και ταυτίζεται μορφολογικά με την ενεργητική μετοχή
  3. στη γαλλική γραμματική και σε άλλες γλώσσες, ρηματικός τύπος που λειτουργεί ως επίρρημα και ταυτίζεται μορφολογικά με την ενεργητική μετοχή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]