dairy
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
dairy (en)
Ουσιαστικό [
]
dairy (en)
- το γαλακτοκομείο
- το γαλακτοπωλείο
- τα γαλακτοκομικά
dairy (en)
dairy (en)