γαλακτοκομείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαλακτοκομείο γαλακτοκομεία
γενική γαλακτοκομείου γαλακτοκομείων
αιτιατική γαλακτοκομείο γαλακτοκομεία
κλητική γαλακτοκομείο γαλακτοκομεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γαλακτοκομείο < γαλακτοκόμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γαλακτοκομείο ουδέτερο

  1. το εργαστήριο του γαλακτοκόμου, η μονάδα παραγωγής γάλακτος
  2. (παρωχημένο) παλιά και το κατάστημα που πουλούσε φρέσκο γάλα, το γαλατάδικο

32πχ Μεταφράσεις[]