derail
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
Ρήμα
derail (en)
- (μεταβατικό) εκτροχιάζω
- (αμετάβατο) εκτροχιάζομαι
- (μεταβατικό, μεταφορικά) ενεργώ ώστε κάτι να ξεφύγει από την πορεία του
- (αμετάβατο, μεταφορικά) εκτροχιάζομαι, παρεκκλίνω, ξεφεύγω από την πορεία μου