facilities
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
facilities (en) πληθυντικός
[
]
Κλιτή μορφή ουσιαστικού
facilities (en) πληθυντικός
- πληθυντικός του facility