falling
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
falling (en)
- που πέφτει
- falling leaves
- falling prices
- falling tensions in Gaza (η ένταση μειώνεται στη Γάζα)
- πτωτικός
Ουσιαστικό [
]
falling (en)
Ρηματικός τύπος [
]
falling (en)
- γερούνδιο του ρήματος fall