fallout
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
fallout (en)
- η πτώση στο έδαφος σωματιδίων της ατμόσφαιρας που προέρχονται π.χ. από έκρηξη ηφαιστείου ή πυρηνική έκρηξη
- απρόβλεπτο αποτέλεσμα, παρενέργεια