fin de semaine

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος []

fin de semaine  (fr) θηλυκό

  1. το τέλος της εργάσιμης εβδομάδας, η Παρασκευή
  2. (Καναδάς) το σαββατοκύριακο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: week-end