furlough

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

furlough (en)

  • η άδεια (για απουσία ή διακοπές, ιδιαίτερα για κάποιον στρατιωτικό ή φυλακισμένο)
  • το έγγραφο που παρέχει την άδεια αυτή

Open book 01.svg Ρήμα[]

furlough (en)